Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Παραμύθι...



Το φως πονάει τα μάτια των Δράκων…έτσι μου είχες πει, το φως πληγώνει τα ευαίσθητα μάτια τους και ζητάνε και πάλι γρήγορα την ανακούφιση που τους προσφέρει το σκοτάδι…χμμ…το σκοτάδι…φίλος καλός, αναγκαίος, γεμάτος κατανόηση…όμως υπάρχει ένα παραμύθι για το πώς ξεκίνησε αυτή η φιλία, δεν ήταν πάντα έτσι βλέπεις.
Ξεκινάει και αυτό όπως όλα τα παραμύθια. Μια φορά και ένα καιρό οι Δράκοι ζούσαν ελεύθεροι, αθώοι και άκακοι στη φύση…αλήθεια μπορούσες να τους βρεις παντού. Απολάμβαναν τη λάμψη και τη ζεστασιά του Ήλιου, το δροσερό και φρέσκο αέρα, μέσα στον οποίο τους άρεσε να κολυμπάνε ε με τις ώρες, και  φυσικά την παρέα των λίγων τολμηρών που έμοιαζαν να αντιλαμβάνονται την αληθινή τους φύση.   Όμως, οι περισσότεροι άνθρωποι είχαν παρεξηγημένη εικόνα για τους Δράκους…ήταν η τρομακτική τους εμφάνιση, η μεγάλη τους δύναμη, η φωτιά που έκαιγε μέσα τους και τα μάτια τους που έμοιαζαν να μπορούν να διαπεράσουν κάθε άμυνα…κάθε πανοπλία…τους φοβόντουσαν…πάντα τους φοβόντουσαν.
Κάποια μέρα οι άνθρωποι…φταίνε αυτοί, είναι στη φύση τους…πάντα τους τρόμαζε το διαφορετικό, πάντα ένοιωθαν ευάλωτοι μπροστά σε ότι δεν κατανοούσαν, σε ότι δε ταίριαζε στις συνήθειές τους, σε ότι δεν μπορούσαν να υποτάξουν ή έστω να ελέγξουν…Νομίζω ότι εσύ, μάλλον το καταλαβαίνεις αυτό…Αποφάσισαν εξαπολύσουν κυνηγητό έναντι των Δράκων. Η μανία τους δε, ήταν τόσο μεγάλη, όσο και η άγνοιά τους. Επειδή, είπαμε οι Δράκοι φαίνονται παντοδύναμοι εξωτερικά, δεν θέλαν να έχουν την ευκαιρία να μπορέσουν να ανταποδώσουν…έτσι πίστευαν ότι θα γινόταν…πόσο λίγο τους ξέραν! Έτσι τα χτυπήματα ήταν δυνατά, απρόσμενα…σχεδιασμένα για όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ζημιά. Οι Δράκοι πληγώθηκαν, το σώμα τους πολύ, αλλά οι πληγές που πονούσαν περισσότερο έγιναν στη ψυχή τους. Ήταν που δε κατάφεραν ποτέ να κατανοήσουν αυτή την επίθεση. Το μόνο που ήθελαν ήταν φως…αέρα…συντροφιά.
Και τότε, αντίθετα από ότι όλοι περίμεναν, αντί για την μεγάλη αντεπίθεση, αντί για τη τρομερή εκδίκηση που οι άνθρωποι ήταν προετοιμασμένοι…τα πλάσματα αυτά, θέλοντας απλώς να επιβιώσουν, να ζήσουν…χωρίς να πληγωθούν…χωρίς να πληγώσουν…εξαφανίστηκαν. Χάθηκαν σε βαθιές, σκοτεινές σπηλιές. Από τότε ,κάνουν την εμφάνιση τους μόνο σε μύθους ή παραμύθια…ακριβώς όπως αυτό…έτσι έγινε και με αυτόν τον Δράκο.
            Όμως, που και που, μέσα στη νύχτα, όταν το φεγγάρι είναι ολόγιομο και λαμπερό…όταν δεν υπάρχει κανείς τριγύρω για να προδοθούν…βγαίνουν για μερικές στιγμές να απολαύσουν το φως του, να χαρούν τη συντροφιά του…να πάρουν μερικές ανάσες ζωής…για να αντέξουν…λίγο ακόμα. Βλέπεις αυτή είναι η αληθινή τους φύση…αυτή είναι η ζωή που επιθυμούν…αυτό είναι το όνειρό τους…η επιστροφή! Και ναι, καμιά φορά, θαμπώνονται…καμιά φορά πονάνε τα μάτια τους και τρέχουν να βρουν ανακούφιση στο σκοτάδι…βλέπεις μετά από τόσο καιρό ξεσυνήθισαν…αλλά πάντα περιμένουν με λαχτάρα την επόμενη πανσέληνο…μέχρι να έρθει η  ώρα που θα μπορέσουν να πετάξουν ξανά…ελεύθεροι…στο φως…

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2011

Μου πες θα φύγω….



Μου πες θα φύγω
πάλι για λίγο,
πάλι, μέχρι να θες,
μέχρι και πάλι ξανά να γυρίσεις,
ξανά να ζητήσεις, όσα είχες και χθες.

Μου είπες και πάλι λόγια απάτης
πως δήθεν δε μ' αγαπάς,
πως το μυαλό σου ακόμα γυρίζει,
το παρελθόν σου σε πλημυρίζει,
και πως ακόμα για εκείνο πονάς.

Θυμάσαι σου λέω, μου το πες ξανά,
πως η καρδιά σου για ‘κείνον χτυπά.
Πως πάλι σε αυτόν θες να γυρίσεις,
μα να που πάλι εδώ είσαι ξανά.

Μου είπες και πάλι πως θες να μ' αφήσεις
κι όσα έχεις ζήσει πως είναι πιο δυνατά,
την τόλμη δεν έχεις από όσα υποφέρεις
να φύγεις να πας μακριά.

Πως μοιάζω ρουμπίνι στου φόβου τη δίνη
το χέρι να απλώσεις λυγάς,
τα πόδια σου τρέμουν η καρδιά σου σε πνίγει
δειλό είσαι αγρίμι και εκεί σταματάς.

Στα πόδια το βάζεις και πάλι να φύγεις
και πάλι με διώχνεις μακριά,
μα όταν βραδιάζει
η ψυχή σου σπαράζει
και ακόμα μια φορά εδώ είσαι ξανά.

Θυμάσαι σου λέω τα λόγια και οι πράξεις
απέχουν μίλια πολλά,
μου λες πως θα φύγεις σε αυτόν θα γυρίσεις
καθώς στην αγκαλιά μου κουρνιάζεις ξανά.

Μου πες θα φύγω
πάλι για λίγο,
πάλι, μέχρι να θες,
μα ο δρόμος εκείνος είναι πια λίγος
και ανήκει, το ξέρεις, στο χθες.

Τώρα σου μοιάζουν τα όνειρα εκείνα
με ξένο μουντό σκηνικό,
και με έχεις μισήσει που σε έχω αγαπήσει
που στα όνειρα τόλμησα κι έβαλα φως.

Την καρδιά σου και πάλι με ψέμα γεμίζεις
μιας αγάπης που έχει από χρόνια χαθεί,
και μου λες θες να φύγω και πάλι...για λίγο,
να αντέξεις όσα ζεις δε μπορείς.

Μου πες θα φύγω
πάλι για λίγο,
πάλι, μέχρι να θες,
μα αυτή τη φορά ξανά μη γυρίσεις
αν το θάρρος δε βρεις να διεκδικήσεις,
την τόλμη να ζήσεις…
όλα εκείνα που θες.

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Σάββατο, 30 Απριλίου 2011

Διάττοντας αστέρας

Διάττοντας αστέρας,
τι μπέρδεμα κι αυτό;
Περνούσα από τη ζωή σου,
το φώς απ’ την ψυχή σου,
είδα,
και είπα να σταθώ.

Ενάντια στους νόμους
βρέθηκα στη τροχιά σου,
το σύμπαν μου θυμώνει,
φωνάζει και μουτρώνει,
μου λέει, πήγαινε γρήγορα,
έχεις δρόμο μπροστά σου.

Τη ρότα σου διόρθωσε,
δε βλέπεις; Είσαι λάθος.
Τι πάει να πει θαμπώθηκες;
Ξεκίνα….άντε βιάσου.

Μη με μαλώνεις κι άκουσε
το ξέρω δεν είναι δικιά μου,
η διαδρομή που διάλεξα,
για κείνη λίγο την άλλαξα,
δεν ήταν στα σχέδια μου.

Λιγάκι μόνο θα σταθώ,
ξέρω πως δε μου ανήκει,
τη νύχτα μόνο δώσε μου
και μέχρι το ηλιοβασίλεμα
θα έχω και πάλι φύγει.

Κάνει κρύο στη νύχτα της
και εγώ έχω φώς να δώσω,
να λάμψει ακόμα πιο πολύ,
φλόγα να γίνει η ψυχή,
να δούνε όλοι αυτό που εγώ,
επειδή εκείνη με άφησε,
έτυχε να ανταμώσω.

Κι ύστερα στη δικιά της αυγή,
το φώς της σα λάμπει πιο πολύ,
Διάττοντας αστέρας μια ζωή,
ξανά στην ίδια διαδρομή
πάλι θα επιστρέψω.

Διάττοντας αστέρας,
τι μπέρδεμα κι αυτό;
Πέρασα απ’ τη ζωή σου,
άγγιξα τη ψυχή σου,
μα τώρα όμως ξημέρωσε
και πρέπει να βιαστώ.

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

Λαβύρινθος



Τα όνειρα δακρύζουνε
ετούτη ‘δω τη νύχτα,
κ’ οι εφιάλτες πρόσφορο
βρίσκουν πάλι το έδαφος
γι ακόμα μία παγίδα.

Οι δαίμονες ανοίγουνε
φτερά για να πετάξουν,
κ’ οι άγγελοι σου αδύναμοι
κρυψώνα ψάχνουν ασφαλή
το βράδυ να περάσουν.

Η σκέψη σου λαβύρινθος,
την έξοδο έχεις χάσει,
κι ένα μυαλό που ανέλπιστα
ψάχνει μια ήσυχη γωνιά
λίγο…να ξαποστάσει.

Ατίθασα συναισθήματα
παλεύεις να δαμάσεις,
κι όλα σαν αποτύχουνε
μια κούπα βάζεις με κρασί
να πιεις για να ξεχάσεις.

Ανάβεις τσιγάρο, με φωτιά,
τα πάντα να εξαγνίσεις,
μες την ομίχλη του καπνού
να κρύψεις το δάκρυ του τρελού
που τόσα χρόνια ανέλπιστα
παλεύεις…να γνωρίσεις.

Σάββατο, 12 Φεβρουαρίου 2011

Ότι με κάνει αληθινό



Ότι με κάνει αληθινό
είναι που με πληγώνει,
ότι με κόπο έχτισα
εκείνο με στοιχειώνει.

Ότι λαχτάρησα να βρω
συνέχεια θα το χάνω,
και πάντα στην ίδια διαδρομή,
σαν από απόφαση καταδικαστική,
τα ίδια λάθη θα κάνω.

Ότι καλό έχω μέσα μου
εκείνο με ορίζει,
μου καταστρέφει τη ψυχή
και κάθε νύχτα απ’ την αρχή,
σε μία ατέρμονη διαδρομή,
ξανά προσδιορίζει.

Ότι βαθιά αγάπησα
αυτό θα με προδώσει,
ότι η καρδιά μου αγκάλιασε,
πόθησε ή νοστάλγησε,
αυτό θα με σκοτώσει.

Ότι όνειρα έκανα
πάντα αιμορραγούσαν,
στο χρόνο ποτέ δεν άντεξαν
και όσο και αν προσπάθησα,
τα φρόντισα και τα αγάπησα,
πάντοτε με ξεχνούσαν.

Ότι προσευχή ψιθύρισα
την έκλεψε η νύχτα,
λόγια που απλά χαθήκανε
και γεύση μόνο αφήσανε
από πόνο και από πίκρα.

Ότι με κάνει αληθινό
πλέον αργοπεθαίνει,
πολλές του ανοίξανε πληγές,
άνθρωποι που χάθηκαν στο χθες,
και πλέον δεν έχει δύναμη
άλλο...να ανασαίνει.