Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2008

Για πάντα εκεί…




Ακόμα μία νύχτα που είμαι μόνος…ακόμα μία νύχτα που άφησα τη ζωή να με προσπεράσει…ή άραγε με προσπέρασε χωρίς καν να με ρωτήσει; Τόσα χρόνια με προσπερνάει γιατί να μην κάνει το ίδιο και αυτό το βράδυ; Είχα την ευκαιρία να βρεθώ με φίλους, με ανθρώπους που με νοιάζονται και με αγαπάνε…ανθρώπους που λάμπει το πρόσωπο τους όταν με βλέπουν…ξέρεις, όπως κάνουν οι πραγματικοί φίλοι…μην φανταστείς, δεν είναι πολλοί, μία χούφτα άνθρωποι…όμως τελευταία ακόμα και αυτοί δεν είναι ικανοί να με καταλάβουν…να περιορίσουν την θλίψη μου…να σκοτώσουν την μοναξιά μου.

Η μοναξιά μου…όσο θυμάμαι την ζωή μου ήταν πάντα εκεί…ακούραστη, άφθαρτη και πάντα τόσο πιστή. Πολλές φορές προσπάθησα να της ξεφύγω…και άλλες να την κάνω να με εγκαταλείψει εκείνη…όμως με κοιτούσε πάντα με ένα γλυκό χαμόγελο γεμάτο σιγουριά σαν να μου έλεγε…ok, ζήσε την περιπετειούλα σου μακριά μου, άνοιξε τα φτερά σου και πέτα όσο πιο μακριά μπορείς…πάλι σε εμένα θα γυρίσεις όταν ο ανοιχτός ουρανός κουράσει τα φτερά σου…όταν οι άνθρωποι και πάλι σε πληγώσουν…όταν ακόμα μία αγάπη σου πεθάνει, πάλι σε εμένα θα γυρίσεις.

Στην αγκαλιά μου και πάλι θα βρεις καταφύγιο…στον δικό μου ώμο θα κυλήσει το δάκρυ σου…ο δικός μου λόγος θα σε παρηγορήσει…η δικιά μου αγάπη θα γιάνει τις πληγές σου. Βλέπεις με ξέρει πολύ καλά τόσα χρόνια που είμαστε μαζί, και παρά την εκνευριστική σιγουριά της, την υπεροπτική αλαζονεία της, δεν μπορώ παρά να της είμαι ευγνώμων γιατί έχει δίκιο…είναι πάντα εκεί…αυτή είναι που είχε μαζέψει το κουφάρι μου όταν με είχαν αφήσει για νεκρό και ξανά το γέμισε με ζωή…αυτή είναι που πάντα εκεί ήταν, να μου δώσει αγάπη όταν οι υπόλοιποι απλά να παίρνουν ήθελαν…αυτή ήταν που σε κάθε μου χαρά ήταν δίπλα μου, να τη μοιραστεί μαζί μου χωρίς ίχνος ζήλιας, χωρίς ίχνος φθόνου …αυτή ήταν…όλες τις φορές μόνο αυτή.

Και πάλι αυτή είναι που όταν όλα αρχίζουν και μου φταίνε…όταν τα κομμάτια μου, που εκείνη με βοήθησε να ανασυντάξω από κάποιο προηγούμενο χτύπημα που είχα υποστεί επειδή είχα φύγει από κοντά της, και πάλι ενωθούν…αυτή είναι που θα γίνει ο αποδιοπομπαίος μου τράγος…σε εκείνη όλα το φταίξιμο για την αβάσταχτη καθημερινότητα μου θα ρίξω και ακόμα μία φορά από μακριά της θα προσπαθήσω να φύγω. Για να κυνηγήσω τα όνειρα που εκείνη μου στέρησε…για να γνωρίσω ανθρώπους που εκείνη έδιωξε από κοντά μου…για να βρω την αγάπη που εκείνη μου έκρυψε…και όλα αυτά για να με κρατήσει για πάντα μαζί της. Για όλα αυτά και πάλι θα την κατηγορήσω και ακόμα μια φορά από την ζωή μου θα την διώξω…για ακόμα μια φορά σίγουρος ότι αυτή θα είναι η φορά που το χαμόγελο από τα χείλη της θα σβήσω…για πάντα.

Όπως όμως λένε, όσοι στην πραγματικότητα ζούνε, μία φορά μόνο πεθαίνουν, αλλά όσοι στα όνειρα ζούνε με τον θάνατο κάθε τους ονείρου πεθαίνουν…ξανά και ξανά…ατελείωτες φορές…και κάθε φορά πιο οδυνηρά από την προηγούμενη, και έχω ζήσει πολλούς τέτοιους θανάτους για να σου περιγράψω την οδύνη που νοιώθω αυτή την στιγμή. Άραγε τι ήταν αυτό που με έκανε να πιστέψω ότι αυτή η φορά θα ήταν διαφορετική από όλες τις προηγούμενες; Ότι αυτή τη φορά θα τα κατάφερνα;

Έτσι, τώρα που και πάλι μέσα από τον θάνατο των καινούργιων μου ονείρων νέοι εφιάλτες πήραν ζωή…τώρα που και πάλι όλοι εκείνοι που θα με έσωζαν από την μοναξιά μου πλιάτσικο έχουν στήσει πάνω στα ερείπια της ζωής μου…τώρα που μια ακόμα καινούργια αγάπη την καρδιά μου έχει για τρόπαιο πάνω από το κρεβάτι της…τώρα ναι…τώρα πλέον όλα είναι τόσο ξεκάθαρα…τώρα εκείνη και πάλι θα αναζητήσω…εκείνη που το απαλό της χάδι θα διώξει τους εφιάλτες μου και νέα όνειρα από την αρχή θα πλάσει…εκείνη που από την δικιά της καρδιά κομμάτι θα κόψει δικιά μου καρδιά για να φτιάξει…εκείνη που μέσα από τα ερείπια πόλη μεγαλόπρεπη και πάλι θα αναστήσει…εκείνη…ακούραστη… άφθαρτη…πιστή…για πάντα εκεί.

Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2008

Ψυχής διάλογοι…

Δώσε μου κάτι να πιαστώ,
στήριγμα για να αντέξω,
ένα κομμάτι ουρανό
μέσα σε τούτο το κενό
λίγη να πάρω δύναμη
ζωή για να παλέψω.

Τα πάντα μέσα στο μυαλό
φωνάζουν… μην αλλάξεις.
Από τον πόνο μέθυσαν
τα όνειρα και πέθαναν,
σταμάτα πια…μην προσπαθείς,
πόνο ξανά θα εισπράξεις.

Ουρλιάζει όλο το κορμί
μην με πληγώνεις άλλο…μη.
Εδώ κάτσε να μείνουμε,
από τα νεκρά μας όνειρα θα τρεφόμαστε
και το αίμα από τις πληγές μας θε να πίνουμε,
έχουμε μπόλικη τροφή,
γιατί να βγούμε από την βολή;
Μην με πληγώσεις άλλο…μη.

Γιατί δεν θέλεις να το δεις;
Κουράστηκες απλά να προσπαθείς.
Δεν θέλω άλλο να μεθώ
από παλιών πληγών ποτό,
και η τροφή που μου μιλάς
μου ανακατεύει τα σωθικά,
νεκρώνει την μαύρη μου καρδιά.
Θέλω καινούργια πια να βρω…
Κουράστηκα να αναμασώ.

Σταμάτα πια…όλο μιλάς.
Για νέα όνειρα…
‘Ομως ρωτάς…;
Που θα τον βρω τον ουρανό;
Δύναμη να πάρω…για να μπορώ.
Όλα αυτά που εσύ ζητάς…
να προσπαθώ .
Όταν από τα τραύματα σου τα παλιά
πονάω ακόμα…και εσύ πονάς.
Πόσα να αντέξει μία καρδιά;
Σταμάτα πια…όλο μιλάς.

Γονατιστός σε εκλιπαρώ,
βοήθεια θέλω…μόνος δεν μπορώ.
Δεν είναι τα λόγια που πονάνε
μα όλα αυτά που χάσαμε,
σε άγνωστους τα μοιράσαμε.
Όμως μπορούμε οι δυό μαζί
να βγούμε και πάλι στη ζωή,
κι άλλο να μην αφήνουμε
τις μέρες να περνάνε.

Δώσε μου κάτι να πιαστώ,
στήριγμα για να αντέξω,
τα χρόνια που μας έκλεψα
που θρήνησα και έκλαψα,
υπόσχεση κάνω…όρκο ιερό,
δώσε μου λίγη δύναμη
και πάλι σαν να ήμουνα παιδί
για εκείνα θα παλέψω.

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2008

Προσπαθώ κάτι γράψω

Προσπαθώ κάτι γράψω
για να νοιώσω ζωντανός,
να πιστέψω ότι υπάρχω,
να φωνάξω…δεν είμαι νεκρός.

Προσπαθώ να βρω δυο λέξεις
σ’ αγαπάω να σου πω,
μα ψυχή μου μες στο μαύρο
έχεις χαθεί…δεν είσαι εδώ.

Ένα ανθρώπινο κουφάρι
έχει μείνει μοναχά,
που δεν νοιώθει… δεν πονάει,
πέρασαν πλέον τόσα χρόνια
που έπαψε να καρτερά.

Ένα καράβι σκουριασμένο
που αραγμένο αναπολεί,
και καρτερικά αναμένει
λύτρωση στο θάνατο να βρει.

Λαμαρίνες κουρασμένες
από χιλιόμετρα πολλά,
και από θύελλες, φουρτούνες,
το σκαρί του πληγωμένο
γιατρειά στη λήθη αναζητά.

Κάποτε ήταν τα ταξίδια
μέσα από κύματα βουνά,
που αναζητούσε πριν τελειώσουν
να αρχίσουνε ξανά.

Κάποτε ήταν οι τόποι
που ποτέ δεν είχε δει,
που γεμίζαν την καρδιά του
με όνειρα και προσμονή.

Όμως πλέον τα σημάδια
απ’ τα ταξίδια φανερά,
κύματα άλλα δεν αντέχει,
όνειρα δεν έχει πια.

Τώρα θέλει να ξεχάσει,
μες στο χρόνο να χαθεί,
φιλικά οικεία νερά
το σκαρί του να αγκαλιάσουν
και κει αποκαμωμένο
να γείρει και να κοιμηθεί.

Προσπαθώ κάτι γράψω
για να νοιώσω ζωντανός,
όμως πλέον δεν υπάρχω…
όμως πλέον είμαι νεκρός.

Ψάχνω…

Μέσα στου κόσμου τη βουή
ψάχνω να βρώ τη σιωπή,
για να μπορέσω μία στιγμή
να νοιώσω πως υπάρχω.

Μέσα σε ξένες προσευχές
και ουρλιαχτά από ξένες πληγές,
μία απόμερη σκιά
ψάχνω, να ξαποστάσω.

Στης νύχτας μέσα την αγκαλιά
μία σκοτεινή ψάχνω σπηλιά,
τα όνειρα που επέζησαν
μέσα της να φυλάξω.

Και μέσα στο φως ψάχνω γωνιά
που να μην ζούν αρπαχτικά,
το σώμα μου απ’ τις πληγές
που γέμισαν ξένες ζωές,
να πάρω λίγη δύναμη
για να το απαλλάξω.

Μέσα στο χρόνο ψάχνω στιγμές,
μη φανταστείς δεν θέλω πολλές,
στη ραγισμένη μου καρδιά
φροντίδα να προσφέρω.

Μα είναι σπάνιες...μικρές,
ανάγκη τις έχουν πολλές ψυχές,
κι όλο μοιάζει πιο δύσκολο
το να τα καταφέρω.